ΔεικτιΟρισμός – Χρήση:
Δεικτικές αντωνυμίες ονομάζονται αυτές που χρησιμοποιούνται για να δείξουμε κάτι. Χρησιμοποιούνται πολύ συχνά τόσο στον προφορικό όσο και στον γραπτό λόγο για να δείξουν –ανάλογα με τον τύπο της αντωνυμίας– πολύ κοντινά, κοντινά ή και μακρινά πρόσωπα, ζώα, πράγματα και καταστάσεις.
Δεικτικές αντωνυμίες είναι οι εξής:
| Ενικός αριθμός | |||
| αρσενικό | θηλυκό | ουδέτερο | |
| ονομ. γεν. αιτ. | εκείνος εκείνου εκείνο | εκείνη εκείνης εκείνη(ν) | εκείνο εκείνου εκείνο |
| Πληθυντικός αριθμός | |||
| ονομ. γεν. αιτ. | εκείνοι εκείνων εκείνους | εκείνες εκείνων εκείνες | εκείνα εκείνων εκείνα |
| Ενικός αριθμός | |||
| αρσενικό | θηλυκό | ουδέτερο | |
| ονομ. γεν. αιτ. | τέτοιος τέτοιου τέτοιο | τέτοια τέτοιας τέτοια | τέτοιο τέτοιου τέτοιο |
| Πληθυντικός αριθμός | |||
| ονομ. γεν. αιτ. | τέτοιοι τέτοιων τέτοιους | τέτοιες τέτοιων τέτοιες | τέτοια τέτοιων τέτοια |
Αόριστες αντωνυμίες λέγονται οι αντωνυμίες που χρησιμοποιούνται για κάποιο άτομο ή για κάποιο πράγμα που δεν το ονομάζουμε είτε γιατί δεν το ξέρουμε είτε γιατί δεν θέλουμε να το ονομάσουμε. Η χρήση τους είναι συχνή τόσο στον προφορικό όσο και στον γραπτό λόγο.
Αόριστες αντωνυμίες είναι οι εξής:
β. κανένας/κανείς, καμιά/καμία, κανένα
ε. κάτι, κατιτί
στ. τίποτε/τίποτα
η. κάθε
θ. καθένας, καθεμιά/καθεμία, καθένα
ι. καθετί
ια. ο, η, το δείνα,
ιβ. ο, η, το τάδε
ιγ. άλλος, -η, -ο
- Ήρθε ένας και άνοιξε την πόρτα.
| Ενικός αριθμός | |||
| αρσενικό | θηλυκό | ουδέτερο | |
| ονομ. γεν. αιτ. | ένας ενός έναν | μία / μια μίας / μιας μία / μια | ένα ενός ένα |
- Κανείς δεν μίλησε (ούτε ένας). Έχεις καμιά καραμέλα;
| κανένας/κανείς, καμία/καμιά, κανένα | |||
| Ενικός αριθμός | |||
| αρσενικό | θηλυκό | ουδέτερο | |
| ονομ. γεν. αιτ. | κανένας κανενός κανέναν | καμία / καμιά καμίας / καμιάς καμία / καμιά | κανένα κανενός κανένα |
- Το διάβασα σε κάποιο βιβλίο.
| Ενικός αριθμός | |||
| αρσενικό | θηλυκό | ουδέτερο | |
| ονομ. γεν. αιτ. | κάποιος κάποιου κάποιο | κάποια κάποιας κάποια | κάποιο κάποιου κάποιο |
| Πληθυντικός αριθμός | |||
| ονομ. γεν. αιτ. | κάποιοι κάποιων κάποιους | κάποιες κάποιων κάποιες | κάποια κάποιων κάποια |
- Μερικές από αυτές τις ταινίες είναι πολύ καλές.
| Πληθυντικός αριθμός | |||
| αρσενικό | θηλυκό | ουδέτερο | |
| ονομ. γεν. αιτ. | μερικοί μερικών μερικούς | μερικές μερικών μερικές | μερικά μερικών μερικά |
- Άλλοι είναι υπεύθυνοι για την κατάσταση και όχι εγώ
| Ενικός αριθμός | |||
| αρσενικό | θηλυκό | ουδέτερο | |
| ονομ. γεν. αιτ. | άλλος άλλου / αλλουνού άλλο | άλλη άλλης / αλληνής άλλη | άλλο άλλου / αλλουνού άλλο |
| Πληθυντικός αριθμός | |||
| ονομ. γεν. αιτ. | άλλοι άλλων / αλλονών άλλους / αλλουνούς | άλλες άλλων / αλλονών άλλες | άλλα άλλων / αλλονών άλλα |

